αποσπώ
•
- αποκόπτω, αποχωρίζω Βικιλεξικό
- παίρνω κάτι από κάποιον τραβώντας το ή με τη χρήση πειθούς Βικιλεξικό
- Με τις κολακείες κατάφερε να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό.
- τραβώ την προσοχή κάποιου αναγκάζοντάς τον να διακόψει αυτό που έκανε Βικιλεξικό
- Έρχεται συνέχεια και με αποσπά.
- Μη μου αποσπάς την προσοχή.
- μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του Βικιλεξικό
- Έκανα αίτηση να με αποσπάσουν στα κεντρικά.
Ετυμολογία
αποσπώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποσπῶ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσπώμαι | — | — | αποσπώμεθα | αποσπάσθε | αποσπώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | αποσπόνταν / αποσπόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | αποσπηθήκαν / αποσπηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αποσπηθώ / θα αποσπώμαι | θα αποσπηθείς | θα αποσπηθεί | θα αποσπηθούμε / θα αποσπώμεθα | θα αποσπάσθε / θα αποσπηθείτε | θα αποσπηθούν / θα αποσπηθούνε / θα αποσπώνται |
| Παρακείμενος | έχω αποσπηθεί | έχεις αποσπηθεί | έχει αποσπηθεί | έχουμε αποσπηθεί | έχετε αποσπηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσπηθεί | είχες αποσπηθεί | είχε αποσπηθεί | είχαμε αποσπηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσπηθεί / να αποσπηθώ / να αποσπώμαι | να έχεις αποσπηθεί / να αποσπηθείς | να έχει αποσπηθεί / να αποσπηθεί | να έχουμε αποσπηθεί / να αποσπηθούμε / να αποσπώμεθα | να έχετε αποσπηθεί / να αποσπάσθε / να αποσπηθείτε | να αποσπηθούν / να αποσπηθούνε / να αποσπώνται |
| Προστακτική | — | αποσπήσου | — | — | αποσπάσθε / αποσπηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | αποσπάσαι | αποσπάται | αποσπόμαστε | αποσπάστε | — |
| Παρατατικός | αποσπόμουν | αποσπόσουν | αποσπόταν | αποσπόμασταν | αποσπόσασταν | — |
| Αόριστος | αποσπήθηκα | αποσπήθηκες | αποσπήθηκε | αποσπηθήκαμε | αποσπηθήκατε | αποσπήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα αποσπάσαι | θα αποσπάται | θα αποσπόμαστε | θα αποσπάστε | — |
| Υποτακτική | — | να αποσπάσαι | να αποσπάται | να αποσπόμαστε | να αποσπάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | αποσπάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →