Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσπώ

/a.poˈspo/ρήμα
•
  1. αποκόπτω, αποχωρίζω Βικιλεξικό
  2. παίρνω κάτι από κάποιον τραβώντας το ή με τη χρήση πειθούς Βικιλεξικό
    • Με τις κολακείες κατάφερε να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό.
  3. τραβώ την προσοχή κάποιου αναγκάζοντάς τον να διακόψει αυτό που έκανε Βικιλεξικό
    • Έρχεται συνέχεια και με αποσπά.
    • Μη μου αποσπάς την προσοχή.
  4. μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του Βικιλεξικό
    • Έκανα αίτηση να με αποσπάσουν στα κεντρικά.

Ετυμολογία

αποσπώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποσπῶ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσπώμαι——αποσπώμεθααποσπάσθεαποσπώνται
Παρατατικός—————αποσπόνταν / αποσπόντουσαν
Αόριστος—————αποσπηθήκαν / αποσπηθήκανε
Μέλλονταςθα αποσπηθώ / θα αποσπώμαιθα αποσπηθείςθα αποσπηθείθα αποσπηθούμε / θα αποσπώμεθαθα αποσπάσθε / θα αποσπηθείτεθα αποσπηθούν / θα αποσπηθούνε / θα αποσπώνται
Παρακείμενοςέχω αποσπηθείέχεις αποσπηθείέχει αποσπηθείέχουμε αποσπηθείέχετε αποσπηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσπηθείείχες αποσπηθείείχε αποσπηθείείχαμε αποσπηθεί——
Υποτακτικήνα έχω αποσπηθεί / να αποσπηθώ / να αποσπώμαινα έχεις αποσπηθεί / να αποσπηθείςνα έχει αποσπηθεί / να αποσπηθείνα έχουμε αποσπηθεί / να αποσπηθούμε / να αποσπώμεθανα έχετε αποσπηθεί / να αποσπάσθε / να αποσπηθείτενα αποσπηθούν / να αποσπηθούνε / να αποσπώνται
Προστακτική—αποσπήσου——αποσπάσθε / αποσπηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—αποσπάσαιαποσπάταιαποσπόμαστεαποσπάστε—
Παρατατικόςαποσπόμουναποσπόσουναποσπόταναποσπόμασταναποσπόσασταν—
Αόριστοςαποσπήθηκααποσπήθηκεςαποσπήθηκεαποσπηθήκαμεαποσπηθήκατεαποσπήθηκαν
Μέλλοντας—θα αποσπάσαιθα αποσπάταιθα αποσπόμαστεθα αποσπάστε—
Υποτακτική—να αποσπάσαινα αποσπάταινα αποσπόμαστενα αποσπάστε—
Προστακτική————αποσπάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →