απόσπαση
•
- το ξεκόλλημα, η αφαίρεση ενός αντικειμένου από το όλον Βικιλεξικό
- απόσπαση αρχαιοτήτων για μεταφορά και ανάδειξή τους σε άλλη τοποθεσία
- ο αποχωρισμός Βικιλεξικό
- η προσωρινή μετάθεση κάποιου υπαλλήλου, αξιωματικού ή υπαξιωματικού μακριά από την οργανική του θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόσπαση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσπαση | αποσπάσεις |
| Γενική | απόσπασης | αποσπάσεων |
| Αιτιατική | απόσπαση | αποσπάσεις |
| Κλητική | απόσπαση | αποσπάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →