Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστολή

/a.po.stoˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανάθεση σε άτομο ή άτομα συγκεκριμένης ενέργειας, συνήθως επίσημης ή σχετικά περίπλοκης ή απαιτητικής σε υπευθυνότητα. Επίσης η ανάθεση έργου που ίσως χρειάζεται να διεκπεραιωθεί κάπου μακριά Βικιλεξικό
  2. η ανάθεση σε υπηρεσία (π.χ. στα ΕΛΤΑ) ή σε πρόσωπο να μεταφέρει ένα αντικείμενο και η διεκπεραίωση της μεταφοράς. Το αντικείμενο της αποστολής "Καταμέτρηση των αποστολών". Βικιλεξικό
  3. η αντιπροσωπεία αυτή καθαυτή "Η αποστολή του ΟΗΕ για τις διαπραγματεύσεις έφτασε όταν πια δεν είχε νόημα". Βικιλεξικό
  4. ο βασικός σκοπός ύπαρξης εταιρείας "Αποστολή, Αρχές, Αξίες και Πολιτικές". Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστολή και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mission

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποστολήαποστολές
Γενικήαποστολήςαποστολών
Αιτιατικήαποστολήαποστολές
Κλητικήαποστολήαποστολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →