αποστέλλω
•
- λόγιοστέλνω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένο μέρος για συγκεκριμένο λόγο Βικιλεξικό
- στέλνω κάτι (ηλε)ταχυδρομικώς Βικιλεξικό
- Η παραγγελία σας θα αποσταλεί εντός τριών ημερών.
- στέλνω σε ορισμένο τόπο άνθρωπο ή ομάδα επιφορτισμένη με συγκεκριμένη αποστολή Βικιλεξικό
- Απεστάλη ειρηνευτική δύναμη στην περιοχή.
Ετυμολογία
αποστέλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστέλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + στέλλω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστέλλω | αποστέλλεις | αποστέλλει | αποστέλλουμε | αποστέλλετε | αποστέλλουν / αποστέλλουνε |
| Παρατατικός | απέστελλα | απέστελλες | απέστελλε | αποστέλλαμε | αποστέλλατε | απέστελλαν / αποστέλλαν / αποστέλλανε |
| Αόριστος | απέστειλα | απέστειλες | απέστειλε | αποστείλαμε | αποστείλατε | απέστειλαν / αποστείλαν / αποστείλανε |
| Μέλλοντας | θα αποστέλλω / θα αποστείλω | θα αποστέλλεις / θα αποστείλεις | θα αποστέλλει / θα αποστείλει | θα αποστέλλουμε / θα αποστείλουμε | θα αποστέλλετε / θα αποστείλετε | θα αποστέλλουν / θα αποστέλλουνε / θα αποστείλουν / θα αποστείλουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστείλει | έχεις αποστείλει | έχει αποστείλει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστείλει | είχες αποστείλει | είχε αποστείλει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστείλει / να αποστέλλω / να αποστείλω | να έχεις αποστείλει / να αποστέλλεις / να αποστείλεις | να έχει αποστείλει / να αποστέλλει / να αποστείλει | να αποστέλλουμε / να αποστείλουμε | να αποστέλλετε / να αποστείλετε | να αποστέλλουν / να αποστέλλουνε / να αποστείλουν / να αποστείλουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποσταλμένο / απόστειλε / απόστελλε | — | — | αποστέλλετε / αποστείλτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →