Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστέλλω

/a.poˈste.lo/ρήμα
•
  1. λόγιοστέλνω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένο μέρος για συγκεκριμένο λόγο Βικιλεξικό
  2. στέλνω κάτι (ηλε)ταχυδρομικώς Βικιλεξικό
    • Η παραγγελία σας θα αποσταλεί εντός τριών ημερών.
  3. στέλνω σε ορισμένο τόπο άνθρωπο ή ομάδα επιφορτισμένη με συγκεκριμένη αποστολή Βικιλεξικό
    • Απεστάλη ειρηνευτική δύναμη στην περιοχή.

Ετυμολογία

αποστέλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστέλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + στέλλω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποστέλλωαποστέλλειςαποστέλλειαποστέλλουμεαποστέλλετεαποστέλλουν / αποστέλλουνε
Παρατατικόςαπέστελλααπέστελλεςαπέστελλεαποστέλλαμεαποστέλλατεαπέστελλαν / αποστέλλαν / αποστέλλανε
Αόριστοςαπέστειλααπέστειλεςαπέστειλεαποστείλαμεαποστείλατεαπέστειλαν / αποστείλαν / αποστείλανε
Μέλλονταςθα αποστέλλω / θα αποστείλωθα αποστέλλεις / θα αποστείλειςθα αποστέλλει / θα αποστείλειθα αποστέλλουμε / θα αποστείλουμεθα αποστέλλετε / θα αποστείλετεθα αποστέλλουν / θα αποστέλλουνε / θα αποστείλουν / θα αποστείλουνε
Παρακείμενοςέχω αποστείλειέχεις αποστείλειέχει αποστείλει———
Υπερσυντέλικοςείχα αποστείλειείχες αποστείλειείχε αποστείλει———
Υποτακτικήνα έχω αποστείλει / να αποστέλλω / να αποστείλωνα έχεις αποστείλει / να αποστέλλεις / να αποστείλειςνα έχει αποστείλει / να αποστέλλει / να αποστείλεινα αποστέλλουμε / να αποστείλουμενα αποστέλλετε / να αποστείλετενα αποστέλλουν / να αποστέλλουνε / να αποστείλουν / να αποστείλουνε
Προστακτική—έχε αποσταλμένο / απόστειλε / απόστελλε——αποστέλλετε / αποστείλτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →