αποστραβώνω
•
- οικείοκάνω κάτι τελείως σταρβό Βικιλεξικό
- οικείοπροκαλώ σε κάποιον απώλεια όρασης Βικιλεξικό
- οικείοβυθίζω κάποιον στην αγραμματοσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστραβώνω < απο- + στραβώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστραβώνω | αποστραβώνεις | αποστραβώνει | αποστραβώνουμε | αποστραβώνετε | αποστραβώνουν / αποστραβώνουνε |
| Παρατατικός | αποστράβωνα | αποστράβωνες | αποστράβωνε | αποστραβώναμε | αποστραβώνατε | αποστράβωναν / αποστραβώναν / αποστραβώνανε |
| Αόριστος | αποστράβωσα | αποστράβωσες | αποστράβωσε | αποστραβώσαμε | αποστραβώσατε | αποστράβωσαν / αποστραβώσαν / αποστραβώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστραβώνω / θα αποστραβώσω | θα αποστραβώνεις / θα αποστραβώσεις | θα αποστραβώνει / θα αποστραβώσει | θα αποστραβώνουμε / θα αποστραβώσουμε | θα αποστραβώνετε / θα αποστραβώσετε | θα αποστραβώνουν / θα αποστραβώνουνε / θα αποστραβώσουν / θα αποστραβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστραβώσει | έχεις αποστραβώσει | έχει αποστραβώσει | έχουμε αποστραβώσει | έχετε αποστραβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστραβώσει | είχες αποστραβώσει | είχε αποστραβώσει | είχαμε αποστραβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστραβώσει / να αποστραβώνω / να αποστραβώσω | να έχεις αποστραβώσει / να αποστραβώνεις / να αποστραβώσεις | να έχει αποστραβώσει / να αποστραβώνει / να αποστραβώσει | να έχουμε αποστραβώσει / να αποστραβώνουμε / να αποστραβώσουμε | να έχετε αποστραβώσει / να αποστραβώνετε / να αποστραβώσετε | να αποστραβώνουν / να αποστραβώνουνε / να αποστραβώσουν / να αποστραβώσουνε |
| Προστακτική | — | αποστράβωνε / αποστράβωσε | — | — | αποστραβώνετε / αποστραβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →