Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστραβώνω

ρήμα
•
  1. οικείοκάνω κάτι τελείως σταρβό Βικιλεξικό
  2. οικείοπροκαλώ σε κάποιον απώλεια όρασης Βικιλεξικό
  3. οικείοβυθίζω κάποιον στην αγραμματοσύνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστραβώνω < απο- + στραβώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποστραβώνωαποστραβώνειςαποστραβώνειαποστραβώνουμεαποστραβώνετεαποστραβώνουν / αποστραβώνουνε
Παρατατικόςαποστράβωνααποστράβωνεςαποστράβωνεαποστραβώναμεαποστραβώνατεαποστράβωναν / αποστραβώναν / αποστραβώνανε
Αόριστοςαποστράβωσααποστράβωσεςαποστράβωσεαποστραβώσαμεαποστραβώσατεαποστράβωσαν / αποστραβώσαν / αποστραβώσανε
Μέλλονταςθα αποστραβώνω / θα αποστραβώσωθα αποστραβώνεις / θα αποστραβώσειςθα αποστραβώνει / θα αποστραβώσειθα αποστραβώνουμε / θα αποστραβώσουμεθα αποστραβώνετε / θα αποστραβώσετεθα αποστραβώνουν / θα αποστραβώνουνε / θα αποστραβώσουν / θα αποστραβώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποστραβώσειέχεις αποστραβώσειέχει αποστραβώσειέχουμε αποστραβώσειέχετε αποστραβώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποστραβώσειείχες αποστραβώσειείχε αποστραβώσειείχαμε αποστραβώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποστραβώσει / να αποστραβώνω / να αποστραβώσωνα έχεις αποστραβώσει / να αποστραβώνεις / να αποστραβώσειςνα έχει αποστραβώσει / να αποστραβώνει / να αποστραβώσεινα έχουμε αποστραβώσει / να αποστραβώνουμε / να αποστραβώσουμενα έχετε αποστραβώσει / να αποστραβώνετε / να αποστραβώσετενα αποστραβώνουν / να αποστραβώνουνε / να αποστραβώσουν / να αποστραβώσουνε
Προστακτική—αποστράβωνε / αποστράβωσε——αποστραβώνετε / αποστραβώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →