αποστρακίζω
•
- λόγιοαλλάζω πορεία, αφού πρώτα χτυπήσω κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστρακίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστρακίζω | αποστρακίζεις | αποστρακίζει | αποστρακίζουμε | αποστρακίζετε | αποστρακίζουν / αποστρακίζουνε |
| Παρατατικός | αποστράκιζα | αποστράκιζες | αποστράκιζε | αποστρακίζαμε | αποστρακίζατε | αποστράκιζαν / αποστρακίζαν / αποστρακίζανε |
| Αόριστος | αποστράκισα | αποστράκισες | αποστράκισε | αποστρακίσαμε | αποστρακίσατε | αποστράκισαν / αποστρακίσαν / αποστρακίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστρακίζω / θα αποστρακίσω | θα αποστρακίζεις / θα αποστρακίσεις | θα αποστρακίζει / θα αποστρακίσει | θα αποστρακίζουμε / θα αποστρακίσουμε | θα αποστρακίζετε / θα αποστρακίσετε | θα αποστρακίζουν / θα αποστρακίζουνε / θα αποστρακίσουν / θα αποστρακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστρακίσει | έχεις αποστρακίσει | έχει αποστρακίσει | έχουμε αποστρακίσει | έχετε αποστρακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστρακίσει | είχες αποστρακίσει | είχε αποστρακίσει | είχαμε αποστρακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστρακίσει / να αποστρακίζω / να αποστρακίσω | να έχεις αποστρακίσει / να αποστρακίζεις / να αποστρακίσεις | να έχει αποστρακίσει / να αποστρακίζει / να αποστρακίσει | να έχουμε αποστρακίσει / να αποστρακίζουμε / να αποστρακίσουμε | να έχετε αποστρακίσει / να αποστρακίζετε / να αποστρακίσετε | να αποστρακίζουν / να αποστρακίζουνε / να αποστρακίσουν / να αποστρακίσουνε |
| Προστακτική | — | αποστράκιζε / αποστράκισε | — | — | αποστρακίζετε / αποστρακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →