αποσυμφόρηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσυμφορώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυμφόρηση < απο- + συμφόρηση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική decongestion)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσυμφόρηση | αποσυμφορήσεις |
| Γενική | αποσυμφόρησης | αποσυμφορήσεων |
| Αιτιατική | αποσυμφόρηση | αποσυμφορήσεις |
| Κλητική | αποσυμφόρηση | αποσυμφορήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →