Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφόρηση

/siɱˈfo.ɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη μεγάλη και απότομη συγκέντρωση αίματος σε κάποιο όργανο Βικιλεξικό
    • έπαθε συμφόρηση, του 'ρθε ταμπλάς κι έπεσε ξερός
  2. γενικότερασυγκέντρωση πολλών αντικειμένων, ανθρώπων με αρνητικό αποτέλεσμα για τη μετακίνηση Βικιλεξικό
    • κυκλοφοριακή συμφόρηση, μποτιλιάρισμα κάθε πρωί στους δρόμους

Ετυμολογία

συμφόρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμφόρη(σις) (το να φέρνεις μαζί σου πράγματα) + -ση < συμφορέω < συμ- + φορέω / φορῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμφόρησησυμφορήσεις
Γενικήσυμφόρησηςσυμφορήσεων
Αιτιατικήσυμφόρησησυμφορήσεις
Κλητικήσυμφόρησησυμφορήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →