συμφόρηση
•
- ιατρικήη μεγάλη και απότομη συγκέντρωση αίματος σε κάποιο όργανο Βικιλεξικό
- έπαθε συμφόρηση, του 'ρθε ταμπλάς κι έπεσε ξερός
- γενικότερασυγκέντρωση πολλών αντικειμένων, ανθρώπων με αρνητικό αποτέλεσμα για τη μετακίνηση Βικιλεξικό
- κυκλοφοριακή συμφόρηση, μποτιλιάρισμα κάθε πρωί στους δρόμους
Ετυμολογία
συμφόρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμφόρη(σις) (το να φέρνεις μαζί σου πράγματα) + -ση < συμφορέω < συμ- + φορέω / φορῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφόρηση | συμφορήσεις |
| Γενική | συμφόρησης | συμφορήσεων |
| Αιτιατική | συμφόρηση | συμφορήσεις |
| Κλητική | συμφόρηση | συμφορήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →