αποσύνθεση
•
- χημείαη διάσπαση ενός σώματος στα χημικά συστατικά του Βικιλεξικό
- αντιδράσεις αποσύνθεσης ή διάσπασης
- ειδικότερα, (κοινά) η κατάσταση κατά την οποία οι βιολογικοί οργανισμοί αρχίζουν να χαλάνε και να αλλοιώνονται τα στοιχεία τους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαντίστοιχη κατάσταση για κάθε μη βιολογικό οργανισμό ή κοινωνικό σύνολο Βικιλεξικό
- πληροφορικήστον αρθρωτό προγραμματισμό, η ανάλυση ενός σύνθετου προγράμματος σε μικρότερα υποπρογράμματα (ή συναρτήσεις), πιο εύκολα διαχειρίσιμα και επαναχρησιμοποιήσιμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσύνθεση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική décomposition. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + σύνθεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσύνθεση | αποσυνθέσεις |
| Γενική | αποσύνθεσης | αποσυνθέσεων |
| Αιτιατική | αποσύνθεση | αποσυνθέσεις |
| Κλητική | αποσύνθεση | αποσυνθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →