αποσυνθέτω
•
- διασπώ, διαλύω Βικιλεξικό
- αποδιαρθρώνω, αποδιοργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυνθέτω < απο- + συνθέτω, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική décomposer
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσυνθέτω | αποσυνθέτεις | αποσυνθέτει | αποσυνθέτουμε | αποσυνθέτετε | αποσυνθέτουν / αποσυνθέτουνε |
| Παρατατικός | αποσυνέθετα | αποσυνέθετες | αποσυνέθετε | αποσυνθέταμε | αποσυνθέτατε | αποσυνέθεταν / αποσυνθέταν / αποσυνθέτανε |
| Αόριστος | αποσυνέθεσα | αποσυνέθεσες | αποσυνέθεσε | αποσυνθέσαμε | αποσυνθέσατε | αποσυνέθεσαν / αποσυνθέσαν / αποσυνθέσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσυνθέσω / θα αποσυνθέτω | θα αποσυνθέσεις / θα αποσυνθέτεις | θα αποσυνθέσει / θα αποσυνθέτει | θα αποσυνθέσουμε / θα αποσυνθέτουμε | θα αποσυνθέσετε / θα αποσυνθέτετε | θα αποσυνθέσουν / θα αποσυνθέσουνε / θα αποσυνθέτουν / θα αποσυνθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσυνθέσει | έχεις αποσυνθέσει | έχει αποσυνθέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσυνθέσει | είχες αποσυνθέσει | είχε αποσυνθέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσυνθέσει / να αποσυνθέσω / να αποσυνθέτω | να έχεις αποσυνθέσει / να αποσυνθέσεις / να αποσυνθέτεις | να έχει αποσυνθέσει / να αποσυνθέσει / να αποσυνθέτει | να αποσυνθέσουμε / να αποσυνθέτουμε | να αποσυνθέσετε / να αποσυνθέτετε | να αποσυνθέσουν / να αποσυνθέσουνε / να αποσυνθέτουν / να αποσυνθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποσυντεθειμένο / αποσύνθεσε / αποσύνθετε | — | — | αποσυνθέστε / αποσυνθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →