αποταμιευτικός
•
- που έχει σχέση με την αποταμίευση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή συμβάλλει σ’ αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποταμιευτικός < αποταμιεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποταμιευτικός | αποταμιευτική | αποταμιευτικό |
| Γενική | αποταμιευτικού | αποταμιευτικής | αποταμιευτικού |
| Αιτιατική | αποταμιευτικό | αποταμιευτική | αποταμιευτικό |
| Κλητική | αποταμιευτικέ | αποταμιευτική | αποταμιευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποταμιευτικοί | αποταμιευτικές | αποταμιευτικά |
| Γενική | αποταμιευτικών | αποταμιευτικών | αποταμιευτικών |
| Αιτιατική | αποταμιευτικούς | αποταμιευτικές | αποταμιευτικά |
| Κλητική | αποταμιευτικοί | αποταμιευτικές | αποταμιευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →