Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποταμιευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποταμίευση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή συμβάλλει σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποταμιευτικός < αποταμιεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποταμιευτικόςαποταμιευτικήαποταμιευτικό
Γενικήαποταμιευτικούαποταμιευτικήςαποταμιευτικού
Αιτιατικήαποταμιευτικόαποταμιευτικήαποταμιευτικό
Κλητικήαποταμιευτικέαποταμιευτικήαποταμιευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποταμιευτικοίαποταμιευτικέςαποταμιευτικά
Γενικήαποταμιευτικώναποταμιευτικώναποταμιευτικών
Αιτιατικήαποταμιευτικούςαποταμιευτικέςαποταμιευτικά
Κλητικήαποταμιευτικοίαποταμιευτικέςαποταμιευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →