αποταμιεύω
•
- οικονομίακρατώ κάποια χρήματα στην άκρη (σε τραπεζικό λογαριασμό ή αλλού), προκειμένου να τα χρησιμοποιήσω αργότερα (όλο το ποσό ή τμήμα του), όταν θα τα έχω περισσότερη ανάγκη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπαρόμοια διαδικασία για διάφορα υλικά ή πνευματικά αγαθά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποταμιεύω < ελληνιστική κοινή ἀποταμιεύω / ἀποταμιεύομαι < αρχαία ελληνική ἀπό + ταμιεύω < ταμίας < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποταμιεύω | αποταμιεύεις | αποταμιεύει | αποταμιεύουμε | αποταμιεύετε | αποταμιεύουν / αποταμιεύουνε |
| Παρατατικός | αποταμίευα | αποταμίευες | αποταμίευε | αποταμιεύαμε | αποταμιεύατε | αποταμίευαν / αποταμιεύαν / αποταμιεύανε |
| Αόριστος | αποταμίευσα | αποταμίευσες | αποταμίευσε | αποταμιεύσαμε | αποταμιεύσατε | αποταμίευσαν / αποταμιεύσαν / αποταμιεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αποταμιεύσω / θα αποταμιεύω | θα αποταμιεύεις / θα αποταμιεύσεις | θα αποταμιεύει / θα αποταμιεύσει | θα αποταμιεύουμε / θα αποταμιεύσουμε | θα αποταμιεύετε / θα αποταμιεύσετε | θα αποταμιεύουν / θα αποταμιεύουνε / θα αποταμιεύσουν / θα αποταμιεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποταμιεύσει | έχεις αποταμιεύσει | έχει αποταμιεύσει | έχουμε αποταμιεύσει | έχετε αποταμιεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποταμιεύσει | είχες αποταμιεύσει | είχε αποταμιεύσει | είχαμε αποταμιεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποταμιεύσει / να αποταμιεύσω / να αποταμιεύω | να έχεις αποταμιεύσει / να αποταμιεύεις / να αποταμιεύσεις | να έχει αποταμιεύσει / να αποταμιεύει / να αποταμιεύσει | να έχουμε αποταμιεύσει / να αποταμιεύουμε / να αποταμιεύσουμε | να έχετε αποταμιεύσει / να αποταμιεύετε / να αποταμιεύσετε | να αποταμιεύουν / να αποταμιεύουνε / να αποταμιεύσουν / να αποταμιεύσουνε |
| Προστακτική | — | αποταμίευε / αποταμίευσε | — | — | αποταμιεύετε / αποταμιεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →