αποτείνω
•
- απευθύνω (τον λόγο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτείνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποτείνω < ἀπό + τείνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτείνω | αποτείνεις | αποτείνει | αποτείνουμε | αποτείνετε | αποτείνουν / αποτείνουνε |
| Παρατατικός | απέτεινα | απέτεινες | απέτεινε | αποτείναμε | αποτείνατε | απέτειναν / αποτείναν / αποτείνανε |
| Αόριστος | απέτεινα | απέτεινες | απέτεινε | αποτείναμε | αποτείνατε | απέτειναν / αποτείναν / αποτείνανε |
| Μέλλοντας | θα αποτείνω | θα αποτείνεις | θα αποτείνει | θα αποτείνουμε | θα αποτείνετε | θα αποτείνουν / θα αποτείνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτείνει | έχεις αποτείνει | έχει αποτείνει | έχουμε αποτείνει | έχετε αποτείνει | έχουν αποτείνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτείνει | είχες αποτείνει | είχε αποτείνει | είχαμε αποτείνει | είχατε αποτείνει | είχαν αποτείνει |
| Υποτακτική | να έχω αποτείνει / να αποτείνω | να έχεις αποτείνει / να αποτείνεις | να έχει αποτείνει / να αποτείνει | να έχουμε αποτείνει / να αποτείνουμε | να έχετε αποτείνει / να αποτείνετε | να έχουν αποτείνει / να αποτείνουν / να αποτείνουνε |
| Προστακτική | — | απότεινε | — | — | αποτείνετε / αποτείντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →