τείνω
•
- απλώνω, τεντώνω Βικιλεξικό
- του έτεινε το χέρι σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης
- έχω την τάση· για φαινόμενα που βαθμιαία εξελίσσονται προς μία ορισμένη κατεύθυνση Βικιλεξικό
- αυτή η συνήθεια τείνει να γίνει μόδα
- κλίνω προς κάτι, όπως μία άποψη Βικιλεξικό
- Τι λες για τις δικαιολογίες του Νίκου; - Τείνω να τον πιστέψω
- αποβλέπω, αποσκοπώ σε κάτι Βικιλεξικό
- Οι προσπάθειές μου έτειναν να τον πείσουν να…
- μαθηματικάέχω ως όριο, προσεγγίζω προς μια ορισμένη τιμή χωρίς να την φτάνω Βικιλεξικό
- όταν το x τείνει προς το 0, τότε το 1/|x| τείνει προς το συν άπειρο
Ετυμολογία
τείνω < αρχαία ελληνικήτείνω < πρωτοελληνικήteňňō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ten-ye- of *ten- (τείνω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →