αποτελεσματικός
•
- που έχει την ικανότητα να πετυχαίνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα Βικιλεξικό
- αποτελεσματικός άνθρωπος, αποτελεσματική διαχείριση
- Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)
- γραμματικήπου δηλώνει αποτέλεσμα: συνώνυμο του συμπερασματικός Βικιλεξικό
- αποτελεσματικές προτάσεις
Ετυμολογία
αποτελεσματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποτελεσματικός (παραγωγικός), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική efficace. Συγχρονικά αναλύεται σε (αποτέλεσμα), αποτελεσματ- + -ικός :* για τη σημασία στη γραμματική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική résultatif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτελεσματικός | αποτελεσματική | αποτελεσματικό |
| Γενική | αποτελεσματικού | αποτελεσματικής | αποτελεσματικού |
| Αιτιατική | αποτελεσματικό | αποτελεσματική | αποτελεσματικό |
| Κλητική | αποτελεσματικέ | αποτελεσματική | αποτελεσματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτελεσματικοί | αποτελεσματικές | αποτελεσματικά |
| Γενική | αποτελεσματικών | αποτελεσματικών | αποτελεσματικών |
| Αιτιατική | αποτελεσματικούς | αποτελεσματικές | αποτελεσματικά |
| Κλητική | αποτελεσματικοί | αποτελεσματικές | αποτελεσματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →