Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτελώ

/a.po.teˈlo/ρήμα
•
  1. είμαι, συνιστώ Βικιλεξικό
    • Η παρατεταμένη απομόνωση αποτελεί ύψιστο κίνδυνο για την ψυχολογική υγεία.
    • Η ατομική θεωρία του Δημοκρίτου αποτέλεσε σημαντική βάση για την σημερινή επιστήμη.
  2. μόνο στον ενικόείμαι μέρος ή μέλος ενός συνόλου Βικιλεξικό
    • Επτά ημέρες αποτελούν την εβδομάδα.
    • (στην παθητική φωνή, με από)
    • Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από πολλά κύτταρα.

Ετυμολογία

αποτελώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποτελῶ (φέρω εις πέρας, πραγματώνω) < συνηρημένη μορφή του ἀποτελέω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consister en, former, faire. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + τελώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτελώαποτελείςαποτελεί / αποτελείταιαποτελούμεαποτελείτεαποτελούν / αποτελούνε
Παρατατικόςαποτελούσααποτελούσεςαποτελούνταν / αποτελούσεαποτελούσαμεαποτελούσατεαποτελούνταν / αποτελούσαν / αποτελούσανε
Αόριστοςαποτέλεσααποτέλεσεςαποτέλεσεαποτελέσαμεαποτελέσατεαποτέλεσαν / αποτελέσαν / αποτελέσανε
Μέλλονταςθα αποτελέσω / θα αποτελώθα αποτελέσεις / θα αποτελείςθα αποτελέσει / θα αποτελεί / θα αποτελείταιθα αποτελέσουμε / θα αποτελούμεθα αποτελέσετε / θα αποτελείτεθα αποτελέσουν / θα αποτελέσουνε / θα αποτελούν / θα αποτελούνε
Παρακείμενοςέχω αποτελέσειέχεις αποτελέσειέχει αποτελέσειέχουμε αποτελέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποτελέσειείχες αποτελέσειείχε αποτελέσει———
Υποτακτικήνα έχω αποτελέσει / να αποτελέσω / να αποτελώνα έχεις αποτελέσει / να αποτελέσεις / να αποτελείςνα έχει αποτελέσει / να αποτελέσει / να αποτελεί / να αποτελείταινα έχουμε αποτελέσει / να αποτελέσουμε / να αποτελούμενα αποτελέσετε / να αποτελείτενα αποτελέσουν / να αποτελέσουνε / να αποτελούν / να αποτελούνε
Προστακτική—αποτέλεσε——αποτελέστε / αποτελείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποτελέστηκε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →