αποτελώ
•
- είμαι, συνιστώ Βικιλεξικό
- Η παρατεταμένη απομόνωση αποτελεί ύψιστο κίνδυνο για την ψυχολογική υγεία.
- Η ατομική θεωρία του Δημοκρίτου αποτέλεσε σημαντική βάση για την σημερινή επιστήμη.
- μόνο στον ενικόείμαι μέρος ή μέλος ενός συνόλου Βικιλεξικό
- Επτά ημέρες αποτελούν την εβδομάδα.
- (στην παθητική φωνή, με από)
- Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από πολλά κύτταρα.
Ετυμολογία
αποτελώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποτελῶ (φέρω εις πέρας, πραγματώνω) < συνηρημένη μορφή του ἀποτελέω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consister en, former, faire. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + τελώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτελώ | αποτελείς | αποτελεί / αποτελείται | αποτελούμε | αποτελείτε | αποτελούν / αποτελούνε |
| Παρατατικός | αποτελούσα | αποτελούσες | αποτελούνταν / αποτελούσε | αποτελούσαμε | αποτελούσατε | αποτελούνταν / αποτελούσαν / αποτελούσανε |
| Αόριστος | αποτέλεσα | αποτέλεσες | αποτέλεσε | αποτελέσαμε | αποτελέσατε | αποτέλεσαν / αποτελέσαν / αποτελέσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτελέσω / θα αποτελώ | θα αποτελέσεις / θα αποτελείς | θα αποτελέσει / θα αποτελεί / θα αποτελείται | θα αποτελέσουμε / θα αποτελούμε | θα αποτελέσετε / θα αποτελείτε | θα αποτελέσουν / θα αποτελέσουνε / θα αποτελούν / θα αποτελούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτελέσει | έχεις αποτελέσει | έχει αποτελέσει | έχουμε αποτελέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτελέσει | είχες αποτελέσει | είχε αποτελέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτελέσει / να αποτελέσω / να αποτελώ | να έχεις αποτελέσει / να αποτελέσεις / να αποτελείς | να έχει αποτελέσει / να αποτελέσει / να αποτελεί / να αποτελείται | να έχουμε αποτελέσει / να αποτελέσουμε / να αποτελούμε | να αποτελέσετε / να αποτελείτε | να αποτελέσουν / να αποτελέσουνε / να αποτελούν / να αποτελούνε |
| Προστακτική | — | αποτέλεσε | — | — | αποτελέστε / αποτελείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποτελέστηκε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →