αποτέλεσμα
•
- το προϊόν ή η κατάσταση που προκύπτει από την ολοκλήρωση ή κατάληξη κάποιας εργασίας ή ενέργειας Βικιλεξικό
- η ετυμηγορία για την κατάληξη μιας εξεταστικής (ή άλλης) διαδικασίας (ανακοίνωση επιτυχώντων και αποτυχώντων) Βικιλεξικό
- λογιστικήτο κέρδος μιας οικονομικής μονάδας κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρονικής περιόδου Βικιλεξικό
- λογιστικήη κατάσταση που παρουσιάζει τα παραπάνω Βικιλεξικό
- statement of income and other comprehensive income - κατάσταση αποτελεσμάτων και άλλων συνολικών εισοδημάτων
Ετυμολογία
αποτέλεσμα < αρχαία ελληνική ἀποτέλεσμα < ἀποτελέω / ἀποτελῶ < ἀπό + τελέω / τελῶ < τέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική résultats)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτέλεσμα | αποτελέσματα |
| Γενική | αποτελέσματος | αποτελεσμάτων |
| Αιτιατική | αποτέλεσμα | αποτελέσματα |
| Κλητική | αποτέλεσμα | αποτελέσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →