αποτεφρωτήριο
•
- νεολογισμόςκτήριο όπου γίνεται αποτέφρωση νεκρών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτεφρωτήριο < αποτέφρω(ση) + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτεφρωτήριο | αποτεφρωτήρια |
| Γενική | αποτεφρωτήριου / αποτεφρωτηρίου | αποτεφρωτηρίων |
| Αιτιατική | αποτεφρωτήριο | αποτεφρωτήρια |
| Κλητική | αποτεφρωτήριο | αποτεφρωτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →