Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτεφρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποτέφρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτεφρωτικός < αποτεφρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποτεφρωτικόςαποτεφρωτικήαποτεφρωτικό
Γενικήαποτεφρωτικούαποτεφρωτικήςαποτεφρωτικού
Αιτιατικήαποτεφρωτικόαποτεφρωτικήαποτεφρωτικό
Κλητικήαποτεφρωτικέαποτεφρωτικήαποτεφρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποτεφρωτικοίαποτεφρωτικέςαποτεφρωτικά
Γενικήαποτεφρωτικώναποτεφρωτικώναποτεφρωτικών
Αιτιατικήαποτεφρωτικούςαποτεφρωτικέςαποτεφρωτικά
Κλητικήαποτεφρωτικοίαποτεφρωτικέςαποτεφρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →