αποτεφρωτικός
•
- που έχει σχέση με την αποτέφρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτεφρωτικός < αποτεφρώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτεφρωτικός | αποτεφρωτική | αποτεφρωτικό |
| Γενική | αποτεφρωτικού | αποτεφρωτικής | αποτεφρωτικού |
| Αιτιατική | αποτεφρωτικό | αποτεφρωτική | αποτεφρωτικό |
| Κλητική | αποτεφρωτικέ | αποτεφρωτική | αποτεφρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτεφρωτικοί | αποτεφρωτικές | αποτεφρωτικά |
| Γενική | αποτεφρωτικών | αποτεφρωτικών | αποτεφρωτικών |
| Αιτιατική | αποτεφρωτικούς | αποτεφρωτικές | αποτεφρωτικά |
| Κλητική | αποτεφρωτικοί | αποτεφρωτικές | αποτεφρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →