αποτιμώ
•
- εκτιμώ, υπολογίζω το τελικό όφελος ή ζημία, υπολογίζω την οικονομική αξία Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκτιμώ το κέρδος ή τις απώλειες σε εξελίξεις και καταστάσεις, κάνω απολογισμό, αξιολογώ κάτι γενικά Βικιλεξικό
- η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος συνεδρίασε για να αποτιμήσει το εκλογικό αποτέλεσμα
Ετυμολογία
αποτιμώ < (καθαρεύουσα) ἀποτιμῶ < αρχαία ελληνική ἀποτιμάω - ἀποτιμῶ < ἀπό + τιμάω-ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτιμάω / αποτιμώ | αποτιμάς | αποτιμά / αποτιμάει | αποτιμάμε / αποτιμούμε | αποτιμάτε | αποτιμάν / αποτιμάνε / αποτιμούν / αποτιμούνε |
| Παρατατικός | αποτιμούσα | αποτιμούσες | αποτιμούσε | αποτιμούσαμε | αποτιμούσατε | αποτιμούσαν / αποτιμούσανε |
| Αόριστος | αποτίμησα | αποτίμησες | αποτίμησε | αποτιμήσαμε | αποτιμήσατε | αποτίμησαν / αποτιμήσαν / αποτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτιμάω / θα αποτιμήσω / θα αποτιμώ | θα αποτιμάς / θα αποτιμήσεις | θα αποτιμά / θα αποτιμάει / θα αποτιμήσει | θα αποτιμάμε / θα αποτιμήσουμε / θα αποτιμούμε | θα αποτιμάτε / θα αποτιμήσετε | θα αποτιμάν / θα αποτιμάνε / θα αποτιμήσουν / θα αποτιμήσουνε / θα αποτιμούν / θα αποτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτιμήσει | έχεις αποτιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτιμήσει / να αποτιμάω / να αποτιμήσω / να αποτιμώ | να έχεις αποτιμήσει / να αποτιμάς / να αποτιμήσεις | να αποτιμά / να αποτιμάει / να αποτιμήσει | να αποτιμάμε / να αποτιμήσουμε / να αποτιμούμε | να αποτιμάτε / να αποτιμήσετε | να αποτιμάν / να αποτιμάνε / να αποτιμήσουν / να αποτιμήσουνε / να αποτιμούν / να αποτιμούνε |
| Προστακτική | — | αποτίμα / αποτίμαγε / αποτίμησε | — | — | αποτιμάτε / αποτιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →