αποτιμητικός
•
- που έχει σχέση με την αποτίμηση ή τον αποτιμητή ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτιμητικός < αποτιμητής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτιμητικός | αποτιμητική | αποτιμητικό |
| Γενική | αποτιμητικού | αποτιμητικής | αποτιμητικού |
| Αιτιατική | αποτιμητικό | αποτιμητική | αποτιμητικό |
| Κλητική | αποτιμητικέ | αποτιμητική | αποτιμητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτιμητικοί | αποτιμητικές | αποτιμητικά |
| Γενική | αποτιμητικών | αποτιμητικών | αποτιμητικών |
| Αιτιατική | αποτιμητικούς | αποτιμητικές | αποτιμητικά |
| Κλητική | αποτιμητικοί | αποτιμητικές | αποτιμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →