Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτιμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποτίμηση ή τον αποτιμητή ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτιμητικός < αποτιμητής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποτιμητικόςαποτιμητικήαποτιμητικό
Γενικήαποτιμητικούαποτιμητικήςαποτιμητικού
Αιτιατικήαποτιμητικόαποτιμητικήαποτιμητικό
Κλητικήαποτιμητικέαποτιμητικήαποτιμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποτιμητικοίαποτιμητικέςαποτιμητικά
Γενικήαποτιμητικώναποτιμητικώναποτιμητικών
Αιτιατικήαποτιμητικούςαποτιμητικέςαποτιμητικά
Κλητικήαποτιμητικοίαποτιμητικέςαποτιμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →