αποτρεπτικότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του αποτρεπτικού, το να είναι κάποιος αποτρεπτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτρεπτικότητα < αποτρεπτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτρεπτικότητα | αποτρεπτικότητες |
| Γενική | αποτρεπτικότητας | αποτρεπτικοτήτων |
| Αιτιατική | αποτρεπτικότητα | αποτρεπτικότητες |
| Κλητική | αποτρεπτικότητα | αποτρεπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →