τρέπω
•
- μεταβατικόστρέφω, γυρίζω προς, διευθύνω προς Βικιλεξικό
- μεταβατικόμετατρέπω, αλλάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρέπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρέπω | τρέπεις | τρέπει | τρέπουμε | τρέπετε | τρέπουν / τρέπουνε |
| Παρατατικός | έτρεπα | έτρεπες | έτρεπε | τρέπαμε | τρέπατε | έτρεπαν / τρέπαν / τρέπανε |
| Αόριστος | έτρεψα | έτρεψες | έτρεψε | τρέψαμε | τρέψατε | έτρεψαν / τρέψαν / τρέψανε |
| Μέλλοντας | θα τρέπω / θα τρέψω | θα τρέπεις / θα τρέψεις | θα τρέπει / θα τρέψει | θα τρέπουμε / θα τρέψουμε | θα τρέπετε / θα τρέψετε | θα τρέπουν / θα τρέπουνε / θα τρέψουν / θα τρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρέψει | έχεις τρέψει | έχει τρέψει | έχουμε τρέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρέψει | είχες τρέψει | είχε τρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρέψει / να τρέπω / να τρέψω | να έχεις τρέψει / να τρέπεις / να τρέψεις | να έχει τρέψει / να τρέπει / να τρέψει | να έχουμε τρέψει / να τρέπουμε / να τρέψουμε | να τρέπετε / να τρέψετε | να τρέπουν / να τρέπουνε / να τρέψουν / να τρέψουνε |
| Προστακτική | — | τρέπε / τρέψε | — | — | τρέπετε / τρέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →