αποφάγι
•
- λαϊκότροποό,τι τρώγεται μετά από το κυρίως γεύμα (γλυκό, φρούτο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικό: αποφάγιατα υπολείμματα φαγητού μετά από κάποιο γεύμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφάγι < μεσαιωνική ελληνική αποφάγι(ν) < αποφαγείν < αρχαία ελληνική ἀπέφαγον, αόριστος του ἀπεσθίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφάγι | αποφάγια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αποφάγι | αποφάγια |
| Κλητική | αποφάγι | αποφάγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →