Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφαίνομαι

ρήμα
•
  1. λόγιοδιατυπώνω με επισημότητα μια γνώμη ως ειδικός ή αρμόδιος Βικιλεξικό
    • Εκείνο ωστόσο που με ενοχλεί περισσότερο είναι η στάση κάποιων συμπολιτών μας. Οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κύριο Covid-19 όχι σαν εισβολέα που θα πεταχτεί έξω με τις κλωτσιές αλλά σαν μόνιμο εφεξής συγκάτοικό μας. Οι οποίοι προεξοφλούν ότι οι αλλαγές που φέρνει μαζί του θα αποδειχθούν μόνιμες. Μη αναστρέψιμες. "Τίποτα, ποτέ, δεν θα είναι όπως πριν!" αποφαίνονται.
  2. νομικός όροςεκδίδω επίσημη απόφαση Βικιλεξικό
  3. επιδεικνύω, παρουσιάζω Βικιλεξικό
    • Δουλειά βαριά, για βαστάζο χεροδύναμο, όχι για ξεπεσμένο νοικοκύρη. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αποφανεί, που τόσο σκληρά παιδευόταν, και του σηκώσει ο άνθρωπος την εμπιστοσύνη και την αποθέσει αλλού. Κι ήρθε το τέλος της βδομάδας και τον σκόλασε, έτσι καταπώς ήταν συμφωνημένο, για μια βδομάδα, και του μέτρησε το ξεδούλι.

Ετυμολογία

αποφαίνομαι < αρχαία ελληνική ἀποφαίνομαι, μέσος τύπος του ἀποφαίνω (στη φράση ἀποφαίνομαι γνώμην)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →