απόφανση
•
- λόγιοη διατύπωση μιας γνώμης, μιας κρίσης Βικιλεξικό
- νομικός όροςέκδοση δικαστικής απόφασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόφανση < αρχαία ελληνική ἀπόφανσις < ἀποφαίνομαι < φαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόφανση | αποφάνσεις |
| Γενική | απόφανσης | αποφάνσεων |
| Αιτιατική | απόφανση | αποφάνσεις |
| Κλητική | απόφανση | αποφάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →