αποφεύγω
•
- προσπαθώ να κρατηθώ μακριά από κάποιον ή κάτι ενοχλητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφεύγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποφεύγω (αρχαία σημασία: ξεφεύγω). Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + φεύγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφεύγω | αποφεύγεις | αποφεύγει | αποφεύγουμε | αποφεύγετε | αποφεύγουν / αποφεύγουνε |
| Παρατατικός | απέφευγα | απέφευγες | απέφευγε | αποφεύγαμε | αποφεύγατε | απέφευγαν / αποφεύγαν / αποφεύγανε |
| Αόριστος | απέφυγα | απέφυγες | απέφυγε | αποφύγαμε | αποφύγατε | απέφυγαν / αποφύγαν / αποφύγανε |
| Μέλλοντας | θα αποφεύγω / θα αποφύγω | θα αποφεύγεις / θα αποφύγεις | θα αποφεύγει / θα αποφύγει | θα αποφεύγουμε / θα αποφύγουμε | θα αποφεύγετε / θα αποφύγετε | θα αποφεύγουν / θα αποφεύγουνε / θα αποφύγουν / θα αποφύγουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφύγει | έχεις αποφύγει | έχει αποφύγει | έχουμε αποφύγει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφύγει | είχες αποφύγει | είχε αποφύγει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφύγει / να αποφεύγω / να αποφύγω | να έχεις αποφύγει / να αποφεύγεις / να αποφύγεις | να έχει αποφύγει / να αποφεύγει / να αποφύγει | να έχουμε αποφύγει / να αποφεύγουμε / να αποφύγουμε | να αποφεύγετε / να αποφύγετε | να αποφεύγουν / να αποφεύγουνε / να αποφύγουν / να αποφύγουνε |
| Προστακτική | — | απόφευγε / απόφυγε | — | — | αποφεύγετε / αποφύγτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →