Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφεύγω

/a.poˈfe.vɣo/ρήμα
•
  1. προσπαθώ να κρατηθώ μακριά από κάποιον ή κάτι ενοχλητικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφεύγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποφεύγω (αρχαία σημασία: ξεφεύγω). Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + φεύγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποφεύγωαποφεύγειςαποφεύγειαποφεύγουμεαποφεύγετεαποφεύγουν / αποφεύγουνε
Παρατατικόςαπέφευγααπέφευγεςαπέφευγεαποφεύγαμεαποφεύγατεαπέφευγαν / αποφεύγαν / αποφεύγανε
Αόριστοςαπέφυγααπέφυγεςαπέφυγεαποφύγαμεαποφύγατεαπέφυγαν / αποφύγαν / αποφύγανε
Μέλλονταςθα αποφεύγω / θα αποφύγωθα αποφεύγεις / θα αποφύγειςθα αποφεύγει / θα αποφύγειθα αποφεύγουμε / θα αποφύγουμεθα αποφεύγετε / θα αποφύγετεθα αποφεύγουν / θα αποφεύγουνε / θα αποφύγουν / θα αποφύγουνε
Παρακείμενοςέχω αποφύγειέχεις αποφύγειέχει αποφύγειέχουμε αποφύγει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποφύγειείχες αποφύγειείχε αποφύγει———
Υποτακτικήνα έχω αποφύγει / να αποφεύγω / να αποφύγωνα έχεις αποφύγει / να αποφεύγεις / να αποφύγειςνα έχει αποφύγει / να αποφεύγει / να αποφύγεινα έχουμε αποφύγει / να αποφεύγουμε / να αποφύγουμενα αποφεύγετε / να αποφύγετενα αποφεύγουν / να αποφεύγουνε / να αποφύγουν / να αποφύγουνε
Προστακτική—απόφευγε / απόφυγε——αποφεύγετε / αποφύγτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →