επιδιώκω
•
- επιζητώ, προσπαθώ να επιτύχω κάτι ή να πραγματοποιηθεί κάτι Βικιλεξικό
- εκείνος ο δικηγόρος επιδιώκει τη δημοσιότητα με κάθε τρόπο
- στην παθητική φωνήεπιδιώκεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδιώκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιδιώκω (καταδιώκω) < ἐπί + διώκω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική poursuivre
Άλλοι τύποι
επεδίωξαεπιδίωξαεπιδιώκομαιεπιδιώχθηκαεπιδιώχτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →