Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφθέγγομαι

/a.poˈfθeŋ.ɡo.me/ρήμα
•
  1. λόγιομιλάω σύντομα με αφορισμούς, γνωματεύω με αποφθέγματα, με στόμφο, όπως μία αυθεντία Βικιλεξικό
    • και στις πιο δεινές τις μέρες τρέχουν οι ώρες κ' οι στιγμές, αποφθέγγεται ο Σαίξπηρ

Ετυμολογία

αποφθέγγομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποφθέγγομαι < ἀπό + αρχαία ελληνική φθέγγομαι

Άλλοι τύποι

αποφθεγγόμουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →