φθόγγος
•
- ο ήχος της έναρθρης φωνής του ανθρώπου Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη ελάχιστη ηχητική μονάδα στην οποία μπορεί να αναλυθεί ένα ηχητικό γλωσσικό σημείο (λέξη) Βικιλεξικό
- Στο ΔΦΑ κάθε σύμβολο αντιστοιχεί σε έναν φθόγγο.
- < υπώνυμα: ημίφωνο, σύμφωνο, φωνήεν
- μουσικήμουσικός ήχος Βικιλεξικό
- Υπάρχουν επτά μουσικοί φθόγγοι.
- (το αντίστοιχο γραφικό σύμβολο, δηλαδή το γράμμα της γλώσσας ή το φθογγόσημο, η νότα)
Ετυμολογία
φθόγγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φθόγγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φθόγγος | φθόγγοι |
| Γενική | φθόγγου | φθόγγων |
| Αιτιατική | φθόγγο | φθόγγους |
| Κλητική | φθόγγε | φθόγγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →