Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφθεγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μιλά με αποφθέγματα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηλακωνικός, λιγόλογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφθεγματικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφθεγματικόςαποφθεγματικήαποφθεγματικό
Γενικήαποφθεγματικούαποφθεγματικήςαποφθεγματικού
Αιτιατικήαποφθεγματικόαποφθεγματικήαποφθεγματικό
Κλητικήαποφθεγματικέαποφθεγματικήαποφθεγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφθεγματικοίαποφθεγματικέςαποφθεγματικά
Γενικήαποφθεγματικώναποφθεγματικώναποφθεγματικών
Αιτιατικήαποφθεγματικούςαποφθεγματικέςαποφθεγματικά
Κλητικήαποφθεγματικοίαποφθεγματικέςαποφθεγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →