αποχαρακτηρίζω
•
- καταργώ, αίρω χαρακτηρισμό που έχω προσδώσει Βικιλεξικό
- η περιοχή ήταν δασική, αλλά τώρα αποχαρακτηρίστηκε
Ετυμολογία
αποχαρακτηρίζω < απο- + χαρακτηρίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχαρακτηρίζω | αποχαρακτηρίζεις | αποχαρακτηρίζει | αποχαρακτηρίζουμε | αποχαρακτηρίζετε | αποχαρακτηρίζουν / αποχαρακτηρίζουνε |
| Παρατατικός | αποχαρακτήριζα | αποχαρακτήριζες | αποχαρακτήριζε | αποχαρακτηρίζαμε | αποχαρακτηρίζατε | αποχαρακτήριζαν / αποχαρακτηρίζαν / αποχαρακτηρίζανε |
| Αόριστος | αποχαρακτήρισα | αποχαρακτήρισες | αποχαρακτήρισε | αποχαρακτηρίσαμε | αποχαρακτηρίσατε | αποχαρακτήρισαν / αποχαρακτηρίσαν / αποχαρακτηρίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποχαρακτηρίζω / θα αποχαρακτηρίσω | θα αποχαρακτηρίζεις / θα αποχαρακτηρίσεις | θα αποχαρακτηρίζει / θα αποχαρακτηρίσει | θα αποχαρακτηρίζουμε / θα αποχαρακτηρίσουμε | θα αποχαρακτηρίζετε / θα αποχαρακτηρίσετε | θα αποχαρακτηρίζουν / θα αποχαρακτηρίζουνε / θα αποχαρακτηρίσουν / θα αποχαρακτηρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχαρακτηρίσει | έχεις αποχαρακτηρίσει | έχει αποχαρακτηρίσει | έχουμε αποχαρακτηρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχαρακτηρίσει | είχες αποχαρακτηρίσει | είχε αποχαρακτηρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχαρακτηρίσει / να αποχαρακτηρίζω / να αποχαρακτηρίσω | να έχεις αποχαρακτηρίσει / να αποχαρακτηρίζεις / να αποχαρακτηρίσεις | να έχει αποχαρακτηρίσει / να αποχαρακτηρίζει / να αποχαρακτηρίσει | να έχουμε αποχαρακτηρίσει / να αποχαρακτηρίζουμε / να αποχαρακτηρίσουμε | να αποχαρακτηρίζετε / να αποχαρακτηρίσετε | να αποχαρακτηρίζουν / να αποχαρακτηρίζουνε / να αποχαρακτηρίσουν / να αποχαρακτηρίσουνε |
| Προστακτική | — | αποχαρακτήριζε / αποχαρακτήρισε | — | — | αποχαρακτηρίζετε / αποχαρακτηρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποχαρακτηρίστηκααποχαρακτηρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →