χαρακτηρίζω
•
- εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία βάσει κάποιων ιδιαίτερων γνωρισμάτων ή ιδιοτήτων του, τον διακρίνω, τον ξεχωρίζω από άλλους ή άλλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρακτηρίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαρακτηρίζω < αρχαία ελληνική χαρακτήρ + -ίζω < χαράσσω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαρακτηρίζω | χαρακτηρίζεις | χαρακτηρίζει | χαρακτηρίζουμε | χαρακτηρίζετε | χαρακτηρίζουν / χαρακτηρίζουνε |
| Παρατατικός | χαρακτήριζα | χαρακτήριζες | χαρακτήριζε | χαρακτηρίζαμε | χαρακτηρίζατε | χαρακτήριζαν / χαρακτηρίζαν / χαρακτηρίζανε |
| Αόριστος | χαρακτήρισα | χαρακτήρισες | χαρακτήρισε | χαρακτηρίσαμε | χαρακτηρίσατε | χαρακτήρισαν / χαρακτηρίσαν / χαρακτηρίσανε |
| Μέλλοντας | θα χαρακτηρίζω / θα χαρακτηρίσω | θα χαρακτηρίζεις / θα χαρακτηρίσεις | θα χαρακτηρίζει / θα χαρακτηρίσει | θα χαρακτηρίζουμε / θα χαρακτηρίσουμε | θα χαρακτηρίζετε / θα χαρακτηρίσετε | θα χαρακτηρίζουν / θα χαρακτηρίζουνε / θα χαρακτηρίσουν / θα χαρακτηρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαρακτηρίσει | έχεις χαρακτηρίσει | έχει χαρακτηρίσει | έχουμε χαρακτηρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαρακτηρίσει | είχες χαρακτηρίσει | είχε χαρακτηρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζω / να χαρακτηρίσω | να έχεις χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζεις / να χαρακτηρίσεις | να έχει χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζει / να χαρακτηρίσει | να έχουμε χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζουμε / να χαρακτηρίσουμε | να χαρακτηρίζετε / να χαρακτηρίσετε | να χαρακτηρίζουν / να χαρακτηρίζουνε / να χαρακτηρίσουν / να χαρακτηρίσουνε |
| Προστακτική | — | χαρακτήριζε / χαρακτήρισε | — | — | χαρακτηρίζετε / χαρακτηρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαρακτηρίστηκαχαρακτηρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →