Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρακτηρίζω

/xa.ɾa.ktiˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία βάσει κάποιων ιδιαίτερων γνωρισμάτων ή ιδιοτήτων του, τον διακρίνω, τον ξεχωρίζω από άλλους ή άλλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρακτηρίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαρακτηρίζω < αρχαία ελληνική χαρακτήρ + -ίζω < χαράσσω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχαρακτηρίζωχαρακτηρίζειςχαρακτηρίζειχαρακτηρίζουμεχαρακτηρίζετεχαρακτηρίζουν / χαρακτηρίζουνε
Παρατατικόςχαρακτήριζαχαρακτήριζεςχαρακτήριζεχαρακτηρίζαμεχαρακτηρίζατεχαρακτήριζαν / χαρακτηρίζαν / χαρακτηρίζανε
Αόριστοςχαρακτήρισαχαρακτήρισεςχαρακτήρισεχαρακτηρίσαμεχαρακτηρίσατεχαρακτήρισαν / χαρακτηρίσαν / χαρακτηρίσανε
Μέλλονταςθα χαρακτηρίζω / θα χαρακτηρίσωθα χαρακτηρίζεις / θα χαρακτηρίσειςθα χαρακτηρίζει / θα χαρακτηρίσειθα χαρακτηρίζουμε / θα χαρακτηρίσουμεθα χαρακτηρίζετε / θα χαρακτηρίσετεθα χαρακτηρίζουν / θα χαρακτηρίζουνε / θα χαρακτηρίσουν / θα χαρακτηρίσουνε
Παρακείμενοςέχω χαρακτηρίσειέχεις χαρακτηρίσειέχει χαρακτηρίσειέχουμε χαρακτηρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα χαρακτηρίσειείχες χαρακτηρίσειείχε χαρακτηρίσει———
Υποτακτικήνα έχω χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζω / να χαρακτηρίσωνα έχεις χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζεις / να χαρακτηρίσειςνα έχει χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζει / να χαρακτηρίσεινα έχουμε χαρακτηρίσει / να χαρακτηρίζουμε / να χαρακτηρίσουμενα χαρακτηρίζετε / να χαρακτηρίσετενα χαρακτηρίζουν / να χαρακτηρίζουνε / να χαρακτηρίσουν / να χαρακτηρίσουνε
Προστακτική—χαρακτήριζε / χαρακτήρισε——χαρακτηρίζετε / χαρακτηρίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χαρακτηρίστηκαχαρακτηρίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →