Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποχιονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στην απομάκρυνση του χιονιού Βικιλεξικό
    • Από την πρώτη στιγμή ολόκληρος ο αποχιονιστικός στόλος βρισκόταν στο εθνικό και επαρχιακό οδικό δίκτυο, προχωρώντας σε διαρκείς καθαρισμούς του οδοστρώματος και ρίψεις άλατος, προκειμένου να μείνει το οδόστρωμα ανοιχτό αλλά και για να αποφευχθούν φαινόμενα παγετού. Ο αποχιονισμός γινόταν σε ικανοποιητικό επίπεδο και οι δρόμοι διατηρούνταν ανοιχτοί, αν και απαιτούνταν η χρήση αντιολισθητικών αλυσίδων για την ασφαλή κυκλοφορία των οχημάτων. (*)

Ετυμολογία

αποχιονιστικός < από + χιόνι + -ιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποχιονιστικόςαποχιονιστικήαποχιονιστικό
Γενικήαποχιονιστικούαποχιονιστικήςαποχιονιστικού
Αιτιατικήαποχιονιστικόαποχιονιστικήαποχιονιστικό
Κλητικήαποχιονιστικέαποχιονιστικήαποχιονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποχιονιστικοίαποχιονιστικέςαποχιονιστικά
Γενικήαποχιονιστικώναποχιονιστικώναποχιονιστικών
Αιτιατικήαποχιονιστικούςαποχιονιστικέςαποχιονιστικά
Κλητικήαποχιονιστικοίαποχιονιστικέςαποχιονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →