χιόνι
•
- μετεωρολογίακαιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων Βικιλεξικό
- Χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες.
- Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
- συνεκδοχικάοι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη Βικιλεξικό
- Το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα.
- μεταφορικάοι μικρές λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος Βικιλεξικό
- δε βλέπω τίποτα στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια.
- μεταφορικάσαν το χιόνι Βικιλεξικό
- τα μαλλιά της έγιναν χιόνι
- Το καινούργιο πλυντήριο βγάζει τα ρούχα χιόνι.
- μεταφορικάσαν το χιόνι Βικιλεξικό
- Πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι.
Ετυμολογία
χιόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χιόνι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χιόνιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική χιών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéyōm < *ǵʰey- (χειμών, χειμώνας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιόνι | χιόνια |
| Γενική | χιονιού | χιονιών |
| Αιτιατική | χιόνι | χιόνια |
| Κλητική | χιόνι | χιόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →