αποχυμένος
•
- ιχθυολογίαπου μόλις έχει αποθέσει τα αβγά Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταβεβλημένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχυμένος < απο- + χυμένος
Άλλοι τύποι
αποχυμένααποχυμένεαποχυμένεςαποχυμένηαποχυμένηςαποχυμένοαποχυμένοιαποχυμένοςαποχυμένουαποχυμένουςαποχυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →