αποψιλώνω
•
- κόβω, καίω, αφαιρώ ή αραιώνω τα δέντρα ή τη βλάστηση μιας περιοχής Βικιλεξικό
- αποτριχώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ δικαιώματα ή αρμοδιότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποψιλώνω < αρχαία ελληνική ἀποψιλόω/ἀποψιλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποψιλώνω | αποψιλώνεις | αποψιλώνει | αποψιλώνουμε | αποψιλώνετε | αποψιλώνουν / αποψιλώνουνε |
| Παρατατικός | αποψίλωνα | αποψίλωνες | αποψίλωνε | αποψιλώναμε | αποψιλώνατε | αποψίλωναν / αποψιλώναν / αποψιλώνανε |
| Αόριστος | αποψίλωσα | αποψίλωσες | αποψίλωσε | αποψιλώσαμε | αποψιλώσατε | αποψίλωσαν / αποψιλώσαν / αποψιλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποψιλώνω / θα αποψιλώσω | θα αποψιλώνεις / θα αποψιλώσεις | θα αποψιλώνει / θα αποψιλώσει | θα αποψιλώνουμε / θα αποψιλώσουμε | θα αποψιλώνετε / θα αποψιλώσετε | θα αποψιλώνουν / θα αποψιλώνουνε / θα αποψιλώσουν / θα αποψιλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποψιλώσει | έχεις αποψιλώσει | έχει αποψιλώσει | έχουμε αποψιλώσει | έχετε αποψιλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποψιλώσει | είχες αποψιλώσει | είχε αποψιλώσει | είχαμε αποψιλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποψιλώσει / να αποψιλώνω / να αποψιλώσω | να έχεις αποψιλώσει / να αποψιλώνεις / να αποψιλώσεις | να έχει αποψιλώσει / να αποψιλώνει / να αποψιλώσει | να έχουμε αποψιλώσει / να αποψιλώνουμε / να αποψιλώσουμε | να έχετε αποψιλώσει / να αποψιλώνετε / να αποψιλώσετε | να αποψιλώνουν / να αποψιλώνουνε / να αποψιλώσουν / να αποψιλώσουνε |
| Προστακτική | — | αποψίλωνε / αποψίλωσε | — | — | αποψιλώνετε / αποψιλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →