Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροκάλυπτος

/a.pɾoˈka.li.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που λέγεται ή γίνεται χωρίς συγκάλυψη ή προσχήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροκάλυπτος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀπροκάλυπτος < (ελληνιστική κοινή) ἀπροκαλύπτως (επίρρημα) . Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + προ- + καλύπτ(ω) + -ος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροκάλυπτοςαπροκάλυπτηαπροκάλυπτο
Γενικήαπροκάλυπτουαπροκάλυπτηςαπροκάλυπτου
Αιτιατικήαπροκάλυπτοαπροκάλυπτηαπροκάλυπτο
Κλητικήαπροκάλυπτεαπροκάλυπτηαπροκάλυπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροκάλυπτοιαπροκάλυπτεςαπροκάλυπτα
Γενικήαπροκάλυπτωναπροκάλυπτωναπροκάλυπτων
Αιτιατικήαπροκάλυπτουςαπροκάλυπτεςαπροκάλυπτα
Κλητικήαπροκάλυπτοιαπροκάλυπτεςαπροκάλυπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →