Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροσέγγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει προσεγγιστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν προσεγγίζεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροσέγγιστος < ελληνιστική κοινή ἀπροσέγγιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσέγγιστοςαπροσέγγιστηαπροσέγγιστο
Γενικήαπροσέγγιστουαπροσέγγιστηςαπροσέγγιστου
Αιτιατικήαπροσέγγιστοαπροσέγγιστηαπροσέγγιστο
Κλητικήαπροσέγγιστεαπροσέγγιστηαπροσέγγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσέγγιστοιαπροσέγγιστεςαπροσέγγιστα
Γενικήαπροσέγγιστωναπροσέγγιστωναπροσέγγιστων
Αιτιατικήαπροσέγγιστουςαπροσέγγιστεςαπροσέγγιστα
Κλητικήαπροσέγγιστοιαπροσέγγιστεςαπροσέγγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →