προσεγγίσιμος
•
- που είναι δυνατόν να προσεγγιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσεγγίσιμος < προσεγγίζω + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεγγίσιμος | προσεγγίσιμη | προσεγγίσιμο |
| Γενική | προσεγγίσιμου | προσεγγίσιμης | προσεγγίσιμου |
| Αιτιατική | προσεγγίσιμο | προσεγγίσιμη | προσεγγίσιμο |
| Κλητική | προσεγγίσιμε | προσεγγίσιμη | προσεγγίσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεγγίσιμοι | προσεγγίσιμες | προσεγγίσιμα |
| Γενική | προσεγγίσιμων | προσεγγίσιμων | προσεγγίσιμων |
| Αιτιατική | προσεγγίσιμους | προσεγγίσιμες | προσεγγίσιμα |
| Κλητική | προσεγγίσιμοι | προσεγγίσιμες | προσεγγίσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →