απρωτοκόλλητος
•
- που δεν έχει πρωτοκολληθεί ή δεν μπορεί να πρωτοκολληθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απρωτοκόλλητος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀπρωτοκόλλητος (μαρτυρείται από το 1896). Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + πρωτοκολλώ, πρωτοκολλη- + -τος. Μορφολογικά αναλύεται σε α-, πρωτο-+κολλητός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απρωτοκόλλητος | απρωτοκόλλητη | απρωτοκόλλητο |
| Γενική | απρωτοκόλλητου | απρωτοκόλλητης | απρωτοκόλλητου |
| Αιτιατική | απρωτοκόλλητο | απρωτοκόλλητη | απρωτοκόλλητο |
| Κλητική | απρωτοκόλλητε | απρωτοκόλλητη | απρωτοκόλλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απρωτοκόλλητοι | απρωτοκόλλητες | απρωτοκόλλητα |
| Γενική | απρωτοκόλλητων | απρωτοκόλλητων | απρωτοκόλλητων |
| Αιτιατική | απρωτοκόλλητους | απρωτοκόλλητες | απρωτοκόλλητα |
| Κλητική | απρωτοκόλλητοι | απρωτοκόλλητες | απρωτοκόλλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →