Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτόκολλο

/pɾoˈto.ko.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βιβλίο στο οποίο καταγράφονται ημερολογιακά και με αύξοντα αριθμό όλα τα εισερχόμενα-εξερχόμενα Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάη υπηρεσία που τηρεί το αντίστοιχο πρωτόκολλο Βικιλεξικό
    • Πέρασε από το πρωτόκολλο να πάρεις αριθμό.
  3. έντυπο στο οποίο καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι πράξεις που γίνονται κατά τη διαδικασία παράδοσης και παραλαβής ή άλλων ενεργειών Βικιλεξικό
    • Στο πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής φαίνεται ότι υπήρχαν μόνο 4 καρέκλες.
    • Τι είναι, πότε συντάσσεται και πότε γίνεται οριστικό το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής;
  4. σύνολο κανόνων που πρέπει να ακολουθούνται Βικιλεξικό
    • Κατά τη διάρκεια ερευνών πρέπει να ακολουθείται επιστημονικό πρωτόκολλο βασισμένο στις οδηγίες έγκριτων οργανισμών υγείας.
  5. στην πολιτική/διπλωματίαέντυπο όπου αναφέρεται όλο το εθιμοτυπικό για κρατικούς αξιωματούχους. Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παρίσταται μόνον στην εξόδιο ακολουθία.
  6. στην πολιτική/διπλωματίαέντυπο που αναφέρει όλο το εθιμοτυπικό για την εκτέλεση διπλωματικών πράξεων μεταξύ κρατών Βικιλεξικό
  7. στην πολιτική/διπλωματίαέντυπο που αναφέρει επί μέρους λεπτομέρειες σχετικά με συνθήκη που υπογράφτηκε Βικιλεξικό
    • Στις 11 Δεκεμβρίου 1997, στη πόλη Κιότο της Ιαπωνίας, συνήφθη το λεγόμενο Πρωτόκολλο του Κιότο που ορίζει δεσμευτικές οριακές τιμές εκπομπών αερίων...
  8. παλαιογραφίασημείωση που βρισκόταν σε κυλινδρικούς παπύρους, κολλημένη στην αρχή του κειμένου, και περιείχε εξήγηση ή περίληψη του περιεχομένου Βικιλεξικό
  9. παλαιογραφίατο πρώτο τεμάχιο ή τμήμα ειληταρίου Βικιλεξικό
  10. πληροφορικήσύνολο κοινά αποδεκτών κανόνων που περιγράφουν τον τρόπο μετάδοσης ή ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διαφορετικού τύπου υπολογιστών, ειδικά σε ένα δίκτυο Βικιλεξικό
    • Το IP είναι ένα ασύγχρονο πρωτόκολλο επικοινωνίας για δίκτυα.
    • Ένα πρωτόκολλο είναι ένα σύνολο κανόνων και προδιαγραφών, που περιγράφουν πώς θα γίνει μια συγκεκριμένη λειτουργία, έτσι ώστε οι συσκευές που εφαρμόζουν (ή αλλιώς τρέχουν) το ίδιο πρωτόκολλο να είναι συμβατές μεταξύ τους.

Ετυμολογία

πρωτόκολλο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πρωτόκολλον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική protocole (< μέση γαλλική < μεσαιωνική λατινική protocollum < υστερολατινική < ελληνιστική κοινή πρωτόκολλον.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτόκολλοπρωτόκολλα
Γενικήπρωτοκόλλου / πρωτόκολλουπρωτοκόλλων / πρωτόκολλων
Αιτιατικήπρωτόκολλοπρωτόκολλα
Κλητικήπρωτόκολλοπρωτόκολλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →