Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρόσεκτος

/aˈpɾo.se.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν προσέχει Βικιλεξικό
  2. που δεν προσέχει Βικιλεξικό
  3. που δεν προσέχει Βικιλεξικό
  4. που δεν προσέχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απρόσεκτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπρόσεκτος < α- ἀ- + αρχαία ελληνική προσέχω < πρός + ἔχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόσεκτοςαπρόσεκτηαπρόσεκτο
Γενικήαπρόσεκτουαπρόσεκτηςαπρόσεκτου
Αιτιατικήαπρόσεκτοαπρόσεκτηαπρόσεκτο
Κλητικήαπρόσεκτεαπρόσεκτηαπρόσεκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόσεκτοιαπρόσεκτεςαπρόσεκτα
Γενικήαπρόσεκτωναπρόσεκτωναπρόσεκτων
Αιτιατικήαπρόσεκτουςαπρόσεκτεςαπρόσεκτα
Κλητικήαπρόσεκτοιαπρόσεκτεςαπρόσεκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →