προσεκτικός
•
- που προσέχει, που σκέφτεται ή ενεργεί με προσοχή Βικιλεξικό
- που γίνεται με προσοχή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησυνετός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεπιφυλακτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσεκτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσεκτικός < προσεκ- (προσέχω < προσ- + ἔχω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεκτικός | προσεκτική | προσεκτικό |
| Γενική | προσεκτικού | προσεκτικής | προσεκτικού |
| Αιτιατική | προσεκτικό | προσεκτική | προσεκτικό |
| Κλητική | προσεκτικέ | προσεκτική | προσεκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεκτικοί | προσεκτικές | προσεκτικά |
| Γενική | προσεκτικών | προσεκτικών | προσεκτικών |
| Αιτιατική | προσεκτικούς | προσεκτικές | προσεκτικά |
| Κλητική | προσεκτικοί | προσεκτικές | προσεκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →