απωθώ
•
- σπρώχνω μακριά Βικιλεξικό
- σπρώχνω μακριά Βικιλεξικό
- με απωθεί η αλαζονεία αυτού του ανθρώπου
- σπρώχνω μακριά Βικιλεξικό
- ο ασθενής είχε απωθήσει τη δυσάρεστη εμπειρία
Ετυμολογία
απωθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπωθῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπωθέω < ἀπ- + ὠθέω / ὠθῶ
Άλλοι τύποι
απωθήθηκααπωθημένοςαπωθούμαιαπώθησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →