απωθητικός
•
- που προκαλεί απώθηση, που κρατεί κάποιον μακριά Βικιλεξικό
- […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
- μεταφορικάπου προκαλεί αποστροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απωθητικός < απωθώ + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική répulsif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απωθητικός | απωθητική | απωθητικό |
| Γενική | απωθητικού | απωθητικής | απωθητικού |
| Αιτιατική | απωθητικό | απωθητική | απωθητικό |
| Κλητική | απωθητικέ | απωθητική | απωθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απωθητικοί | απωθητικές | απωθητικά |
| Γενική | απωθητικών | απωθητικών | απωθητικών |
| Αιτιατική | απωθητικούς | απωθητικές | απωθητικά |
| Κλητική | απωθητικοί | απωθητικές | απωθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →