Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόβαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος στρατιωτικής επέμβασης ή επιχείρησης που διενεργείται στα παράλια και κατά την οποία αποβιβάζονται στρατιωτικές μονάδες στην ξηρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόβαση < αρχαία ελληνική ἀπόβασις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόβασηαποβάσεις
Γενικήαπόβασηςαποβάσεων
Αιτιατικήαπόβασηαποβάσεις
Κλητικήαπόβασηαποβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →