Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απόβαση, αναφέρεται σ’ αυτή, συμβάλλει σ’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποβατικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποβατικόςαποβατικήαποβατικό
Γενικήαποβατικούαποβατικήςαποβατικού
Αιτιατικήαποβατικόαποβατικήαποβατικό
Κλητικήαποβατικέαποβατικήαποβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποβατικοίαποβατικέςαποβατικά
Γενικήαποβατικώναποβατικώναποβατικών
Αιτιατικήαποβατικούςαποβατικέςαποβατικά
Κλητικήαποβατικοίαποβατικέςαποβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →