απόγονος
•
- το παιδί ή το εγγόνι ή το δισέγγονο (κ.ο.κ.) κάποιου, αυτός που κατάγεται από κάποιους προγόνους Βικιλεξικό
- Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους (ευχή που δίνεται σε νεόνυμφους)
Ετυμολογία
απόγονος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόγονος. Συγχρονικά αναλύεται σε από- + -γονος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόγονος | απόγονοι |
| Γενική | απογόνου / απόγονου | απογόνων |
| Αιτιατική | απόγονο | απογόνους |
| Κλητική | απόγονε | απόγονοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →