πρόγονος
•
- που έζησε παλιότερα και από τον οποίο κατάγεται κάποιος Βικιλεξικό
- Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
Ετυμολογία
πρόγονος < αρχαία ελληνική πρόγονος < προγίγνομαι < γίγνομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵenh₁- Συγχρονικά αναλύεται σε πρό- + -γονος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόγονος | πρόγονοι |
| Γενική | προγόνου / πρόγονου | προγόνων / πρόγονων |
| Αιτιατική | πρόγονο | προγόνους / πρόγονους |
| Κλητική | πρόγονε | πρόγονοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →